Monday, June 22, 2020

Ιωσήφ Λεκανίδης

Προτομή του Ιωσήφ Λεκανίδη βρίσκεται στις Βρύσες Αποκορώνου.
Ο Ιωσήφ Λεκανίδης ήταν νομικός και σημαντικός οπλαρχηγός της Κρήτης που έδρασε στην Κρητική Επανάσταση (1895-1898).
Ο Λεκανίδης αναδείχθηκε γενικός γραμματέας στην -υπό την προεδρία του Μανούσου Κούνδουρου- Μεταπολιτευτική Επιτροπή η οποία αποτελούσε το νέο ξεκίνημα το 1895 για την απελευθέρωση της Κρήτης με αποκορύφωμα την νικηφόρα πολιορκία του Βάμου.
Μάλιστα, ο Ιωσήφ Λεκανίδης συνέγραψε ιστορικό ημερολόγιο που έχει διασωθεί και αποτελεί σπουδαία πηγή για τα γεγονότα εκείνης της περιόδου.

 ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΥΒΙΑΚΗΣ
ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΛΥΜΑΚΗΣ

(Χανιώτικα νέα - 22/10/2019)
Link: http://www.haniotika-nea.gr/vryses-apokoronoy-protomi-iosif-lekanidi/

ΑΛΙΚΑΜΠΟΣ

     Ο Αλίκαμπος βρίσκεται σε υψόμετρο 330 μέτρων στους ανατολικούς πρόποδες των Λευκών Ορέων, σε ένα πρανές γνωστό ως Αλικαμπιώτικη μαδάρα. Αν και δε γνωρίζουμε πότε ακριβώς ιδρύθηκε το χωριό, το όνομά του προέρχεται ενδεχομένως από συνδυασμό της αρχαιοελληνικής λέξης άλυς (κόκκινος) με την λατινογενή campo (πεδίο), επειδή στο πρανές υπάρχει πολύ κοκκινόχωμα. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, το πρώτο συνθετικό προέρχεται από την αραβική λέξη 'ali που σημαίνει ψηλός, άρα η ονομασία σημαίνει «ψηλός κάμπος». Σύμφωνα με μια τρίτη εκδοχή, το χωριό πήρε το όνομά του από τον Οθωμανό πειρατή Ουλούτς Αλή (Uluç Ali) που το κατέστρεψε το 1567, γι’ αυτό και ενίοτε αναφέρεται ως «Αλήκαμπος». Σε κάθε περίπτωση, το χωριό αναφέρεται ως Alicambo από τον Barozzi το 1577 και με το ίδιο όνομα από τον Καστροφύλακα (βενετική απογραφή) το 1583.
      Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πηγές, οι πρώτοι που έχτισαν οχυρώσεις στο χωριό ήταν Άραβες, οι οποίοι έχτισαν ένα φρούριο στη θέση Πηργιολύκι το 821 μ.Χ. Μετά την ανακατάληψη της Κρήτης από τον Νικηφόρο Φωκά το 961 μ.Χ, στην Κρήτη εγκαταστάθηκαν δώδεκα οικογένειες ευγενών, στους οποίους δόθηκαν μεγάλες εκτάσεις γης. 
    Ο Αλίκαμπος δόθηκε τότε στον Μαλαβαρά, μαζί με μια έκταση που εκτεινόταν ανατολικά μέχρι τη λίμνη Κουρνά και βόρεια μέχρι τον Βρυσιανό ποταμό. Το χωριό ήκμασε κατά τους επόμενους δύο αιώνες, διάστημα κατά το οποίο χτίστηκαν αρκετές εκκλησίες, μεταξύ των οποίων αυτή της Κοίμησης της Θεοτόκου, η οποία τοιχογραφήθηκε από τον Ιωάννη Παγωμένο γύρω στο 1315 και διατηρείται σε καλή κατάσταση έως σήμερα.
     Μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Βενετούς στο χωριό εγκαταστάθηκε η οικογένεια των Κόντη (Conti), μέλη της οποίας υπηρέτησαν ως μισθοφόροι της Βενετίας σε αρκετούς πολέμους. Ωστόσο, οι ντόπιοι ήταν δυσαρεστημένοι από τη βενετική διοίκηση και συμμετείχαν σε αρκετές εξεγέρσεις εναντίον της. Ιδιαίτερη δράση επέδειξαν κατά την εξέγερση του Καντανολέοντα (1527-1528), με αποτέλεσμα να σταλεί εναντίον τους μια δύναμη 3.000 στρατιωτών υπό τον στρατηγό Λουκίνο Δελφέρμη. Παρά τις γενναίες προσπάθειες των Αλικαμπιωτών, οι Βενετοί κατέλαβαν και κατέστρεψαν το χωριό, ενώ έσφαξαν ή εξόρισαν σχεδόν όλους τους κατοίκους του. Στη συνέχεια προσπάθησαν να πουλήσουν ή να εποικίσουν το χωριό, αλλά οι Αλικαμπιώτες κατάφεραν να επιστρέψουν το 1536 και λίγο αργότερα να τους αναγνωριστεί η κυριότητα των κτημάτων τους.
     Οι σχέσεις των ντόπιων με τους Οθωμανούς δεν ήταν πιο εύκολες απ’ ότι με τους Βενετούς και ο Αλίκαμπος εξακολούθησε να είναι κέντρο επαναστατικής δράσης κατά την Τουρκοκρατία. Τον Μάρτιο του 1824 ο Τσουδερός επιτέθηκε από τον Αλίκαμπο κατά των Αιγύπτιων του Χουσεΐν πασά, αλλά δεν κατάφερε να τους απωθήσει. Περίπου εβδομήντα χρόνια αργότερα, από το Κλήμα Αλικάμπου ξεκίνησε στις 3 Σεπτεμβρίου 1895 η Μεταπολιτευτική Επανάσταση, όταν ο πρωτοδίκης στον Βάμο Μανούσος Κούνδουρος διάβασε ενώπιον 1.500 ενόπλων ένα υπόμνημα με τα αιτήματα των χριστιανών του νησιού, ενώ λίγο αργότερα εξελέγη γενικός γραμματέας της Μεταπολιτευτικής Επιτροπής ο Αλικαμπιώτης Ιωσήφ Λεκανίδης, ο οποίος έπαιξε σημαντικό ρόλο στις συγκρούσεις των ετών 1895-1896 και στην απελευθέρωση του Αποκόρωνα από τους Οθωμανούς.
     Ως προς τη διοικητική του εξάρτηση, το χωριό αναφέρεται ως μέρος του Δήμου Μαθέ το 1881, μέρος του Δήμου Γεωργιούπολης το 1900, αυτοτελής κοινότητα το 1928 και μέρος του Δήμου Κρυονερίδας το 1999, ενώ από το 2010 αποτελεί ομώνυμο Δημοτικό Διαμέρισμα της Δημοτικής Ενότητας Κρυονερίδας του Δήμου Αποκορώνου.



ΒΡΥΣΕΣ

     Οι Βρύσες είναι η έδρα του Δήμου Αποκορώνου και σύμφωνα με την απογραφή του 2011 έχουν 740 κατοίκους. Το χωριό βρίσκεται σε πεδινό πρανές σε υψόμετρο 70 μέτρων και διασχίζεται από τους ποταμούς Βρυσιανό και Μπούτακα. Η ονομασία του χωριού οφείλεται στην ύπαρξη πολλών πηγών στην περιοχή, οι οποίες παλιότερα ονομάζονταν «βρύσες». Το χωριό είναι σχετικά νέο, καθώς δεν υπήρχε μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, αλλά η τοποθεσία αυτή έπαιξε σημαντικό ρόλο στη νεότερη κρητική ιστορία.
      Κατά την επανάσταση του Δασκαλογιάννη το 1770 στην περιοχή στρατοπέδευσαν 12.000 Οθωμανοί στρατιώτες, τους οποίους συγκέντρωσαν οι πασάδες της Κρήτης για να καταπνίξουν την εξέγερση. Η λαϊκή μούσα μνημονεύει το γεγονός ως εξής: «Οι Βρύσες γυρωτρίγυρα μαυρίζουν σαν τα δάση, κι από τρεις τόπους ξεκινούν [εννοεί τις πόλεις Χανιά, Ρέθυμνο και Ηράκλειο] εις τα Σφακιά να πάσι. Μαυρίζουνε τα λιόφυτα, μαζεύονται σα λεφούσι, από το πλήθος της Τουρκιάς εις τα Σφακιά να βγούσι». Το 1770 οι Αποκορωνιώτες δεν μπόρεσαν να αντιδράσουν στη συγκέντρωση, αλλά το 1866 η εξέλιξη ήταν πολύ διαφορετική. 
    Τότε, ο Σαχίν πασάς στρατοπέδευσε στις Βρύσες με 5.000 Αιγύπτιους στρατιώτες, αλλά στις 26 Αυγούστου 1866 δέχτηκε επίθεση από χριστιανούς επαναστάτες που εξόρμησαν από τ’ Ασκύφου. Προς ενίσχυση του Σαχίν πασά έσπευσε από τα Χανιά ο Τουρκοκρητικός Χασάν Μπάντρης με 2.000 άτακτους, αλλά οι δυνάμεις τους δεν κατάφεραν να απωθήσουν τις επιθέσεις των χριστιανών. Αντιλαμβανόμενος ότι αδυνατούσε να κρατήσει τη θέση του, ο Σαχίν πασάς ύψωσε λευκή σημαία και έδειξε διάθεση να συνθηκολογήσει, αλλά την τελευταία στιγμή τράπηκε σε φυγή, αφήνοντας πίσω του μεγάλες ποσότητες οπλισμού.
     Μια επίσης σημαντική μάχη έγινε το φθινόπωρο του 1877 στην παραπλήσια τοποθεσία Κεφαλόβρυση, αλλά ακόμη μεγαλύτερη σημασία είχε αυτή που έγινε στις 27 Νοεμβρίου 1895 στην Κεφάλα Βρυσών (τότε Αλικάμπου), λίγο μετά την έναρξη της Μεταπολιτευτικής Επανάστασης τον ίδιο Οκτώβριο. Κατά τη διάρκεια της μάχης αυτής, οι χριστιανοί επαναστάτες απέκρουσαν επιτυχώς μια ισχυρή οθωμανική δύναμη 3.000 ανδρών. Σύμφωνα με την περιγραφή του Πρεβελάκη, «Εις την γυμνήν και ακατοίκητον τότε θέσιν των Βρυσών και στους υπέρθεν γηλόφους, η Μεταπολιτευτική Επιτροπή εκέρδισε πρώτη περίλαμπρον νίκην. Μετά σκληράν μάχην διαρκέσασαν καθ’ όλην την 27η Νοεμβρίου 1895, οι Τούρκοι κατετροπώθησαν, αφήσαντες εκτός μάχης 196 νεκρούς και τραυματίας». Προς ανάμνηση του γεγονότος αυτού στο χωριό ανεγέρθηκε μνημείο, καθώς και προτομές των
Ιωσήφ Λεκανίδη και Μανούσου Κούνδουρου.
     Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πηγές, το χωριό άρχισε να χτίζεται κατά την περίοδο της αυτονομίας το 1905 και έγινε αυτοτελής κοινότητα το 1925, αλλά λόγω της θέσης του κοντά στον κύριο οδικό άξονα Χανίων - Ρεθύμνου και πάνω στον κύριο δρόμο προς τα Σφακιά αναπτύχθηκε γρήγορα. 
    Κατά τα επόμενα χρόνια ο οικισμός γνώρισε σημαντική οικονομική και πληθυσμιακή ανάπτυξη, αλλά η γερμανική κατοχή (1941-1945) επηρέασε αρνητικά τη μετέπειτα πορεία του. Κατά την τελευταία φάση της Μάχης της Κρήτης τον Μάιο του 1941 οι βρετανικές δυνάμεις υποχώρησαν προς τα Σφακιά μέσω Βρυσών, εξέλιξη που ώθησε τους Γερμανούς να βομβαρδίσουν το χωριό και να προξενήσουν σημαντικές ζημιές στην παλιά του γέφυρα, η οποία κατέρρευσε μερικά χρόνια αργότερα. Το χωριό και ο πληθυσμός του άρχισαν να ανακάμπτουν μόλις τη δεκαετία του ’60, λόγω της ανάπτυξης των συγκοινωνιών και του τουρισμού.
     Οι Βρύσες έγιναν έδρα του Δήμου Κρυονερίδας το 1999 σύμφωνα με το Πρόγραμμα «Καποδίστριας» και έδρα του Δήμου Αποκορώνου το 2010 σύμφωνα με το Πρόγραμμα «Καλλικράτης». Στο χωριό υπάρχουν σχολεία όλων των βαθμίδων (νηπιαγωγείο, δημοτικό, γυμνάσιο και Επαγγελματικό Λύκειο), αστυνομικό τμήμα, πυροσβεστικό κλιμάκιο, ιατρείο, κτηνιατρείο, ταχυδρομείο και μηχάνημα αυτόματης ανάληψης (ΑΤΜ) της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.

Friday, August 31, 2018

3 Σεπτεμβρίου 2018 Εκδήλωση τιμής και μνήμης. Κλήμα Αλικάμπου

Την Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου και ώρα 7μ.μ ο Δήμος Αποκορώνου  σε συνεργασία με τον Πολιτιστικό Σύλλογο Αλικάμπου στο Κλήμα Αλικάμπου και μπροστά στο μνημείο του «αγνώστου κρητικού αντάρτη» φιλοτεχνημένο από το γλύπτη Κωστή Ζαζά πραγματοποίησε  εκδήλωση για να τιμηθεί η μεταπολιτευτική επιτροπή του 1895 υπό την προεδρία του πρωτοδίκη Βάμου Μανούσου Κούνδουρου και τη γενική γραμματεία του αλικαμπιώτη νομικού Ιωσήφ Λεκανίδη η οποία συνετέλεσε τα μέγιστα στην απελευθέρωση της Κρήτης από την Οθωμανική αυτοκρατορία.
Χαιρετισμός του Δημάρχου Αποκορώνου κ. Χαράλαμπου Κουκιανάκη
Ομιλία του εγγονού του Ιωσήφ Λεκανίδη κ. Ιωσήφ Κακαβούλη
Ομιλία της προέδρου του Πολιτιστικού Συλλόγου Αλικάμπου κ. Στέλλας Γρυλλάκη
Αναφορά στα ιστορικά γεγονότα από τον τουρκολόγο ιστορικό κ. Γεώργιο Λιμαντζάκη
Παρουσίαση αποσπασμάτων από το ημερολόγιο του Γεν. Γραμματέα της Μεταπολιτευτικής Επιτροπής Ιωσήφ Λεκανίδη από τη φοιτήτρια φιλολογίας κ. Μαρία Γρυλλάκη

Monday, February 13, 2017

Πρωτότυπα Εθνικά ποιήματα Χανίων 1907

Ο αλικαμπιώτης κύριος Νίκος Γρυλλάκης μας έστειλε τα παρακάτω πρωτότυπα Εθνικά ποιήματα γραμμένα στα Χανιά το 1907 από το Δημήτριο Γ.Σγουράκη και τα δημοσιεύουμε. Ενδιαφέρον μεγάλο παρουσιάζεται στις σελίδες 12-13 όπου παρουσιάζεται η συμμετοχή στην τελευταία αιματηρή Επανάσταση της Κρήτης του αλικαμπιώτη οπλαρχηγού και Γενικού Γραμματέα της Μεταπολιτευτικής Επιτροπής Σήφη Λεκανίδη ενώ τα αποσπάσματα θα τα δείτε στο τέλος των φωτογραφιών σε μεγέθυνση


Saturday, January 7, 2017

Τοπική Κοινότητα ΑΛΙΚΑΜΠΟΥ





Τοπική Κοινότητα  ΑΛΙΚΑΜΠΟΥ:
Ο Αλικάμπος απέχει 40 χλμ. από τα Χανιά, στη κατεύθυνση προς τα Σφακιά, βρίσκεται στις υπώρειες των Αλικαμπιώτικων μαδάρων, δηλαδή στα Ανατολικά Λευκά Όρη. Επειδή η θέση του Αλίκαμπου είναι φύσει και θέσει οχυρή, οι ντόπιοι την παραλληλίζουν με τη θέση των ιστορικών Θερμοπυλών, των Σφακιών, αλλά και όλων των ανατολικών και δυτικών επαρχιών της Κρήτης. Το ακμαίο αυτό χωριό κτίστηκε σε υψόμετρο 350 μ. και κατοικείται σήμερα από 263 άτομα περίπου. Είναι κυρίως κτηνοτροφικό χωριό, χωρίς πολλές καλλιεργήσιμες περιοχές λόγω της μορφολογίας του εδάφους. Στο χωριό υπάγεται και ένα αξιόλογο μετόχι, με την ονομασία Κλήμα. Σύμφωνα με μια άλλη άποψη, το όνομά του προέρχεται από τη δωρική λέξη αλί που σημαίνει ψηλός και τη λέξη κάμπος, ώστε Αλίκαμπος (υψηλός κάμπος). Μία άλλη εκδοχή είναι ότι το τοπωνύμιο αυτό είναι ρωμαϊκό, επειδή το δεύτερο συνθετικό είναι λατινικό. Η ονομασία του χωριού αναφέρεται από το 1528. Υποστηρίζεται ακόμη, ότι το χωριό ονομάστηκε Αλίκαμπος, επειδή ο Τούρκος Ουλούτς Αλή κατέστρεψε το χωριό το 1571, γι’ αυτό βρίσκεται γραμμένο και Αλήκαμπος. Η ιστορία του Αλίκαμπου γράφει ότι οι Κρήτες έλαβαν μέρος στον Τρωικό Πόλεμο με Ογδόντα πλοία και στρατό και με αρχηγό τον Ιδομενέα και τον πιστό φίλο του Μηριόνη, εγγονό του Μίνωα. Το 821 μ.Χ. κούρσεψαν τον Αλίκαμπο Σαρακηνοί πειρατές και έκτισαν ένα φρούριο στη θέση Πηργιολύκι. Ερείπια του φρουρίου δεν υπάρχουν. Σήμερα σώζεται μόνο η δεξαμενή. Τους Σαρακηνούς έδιωξε ο Νικηφόρος Φωκάς το 961 μ.Χ. Η ελάττωση του πληθυσμού εξανάγκασε το Βυζαντινό αυτοκράτορα να φέρει αποίκους από το Βυζάντιο μαζί με πολλούς συγγενείς τους για την ασφάλεια του νησιού. Ο αυτοκράτορας Ρωμανός έστειλε τότε 12 αρχοντόπουλα μαζί με τους συγγενείς τους κάνοντάς τους μεγάλες παραχωρήσεις γης. Μετά τη διάλυση των ταγμάτων φρούρησης των συνόρων, έστειλε στην Κρήτη τους επίλεκτους γιους παλαίμαχων αξιωματικών με ίσα δικαιώματα μ’ αυτά των 12 αρχόντων. Στο δε Αλίκαμπο Αποκορώνου έστειλε το Μαλαβαρά με δικαιώματα γης του Αλίκαμπου μέχρι τη λίμνη Κουρνά, το αρχαίο Κόριον ή Κορησία. Διασώζεται και μέχρι σήμερα τοποθεσία με το όνομα Μαλαβαράς στις Αλικαμπιώτικες μαδάρες. Κατά τη διάρκεια των βυζαντινών χρόνων, κτίστηκε δυτικά του χωριού μια μικρή εκκλησία, η Κοίμηση της Θεοτόκου, που τοιχογραφήθηκε από τον περίφημο ζωγράφο Ιωάννη Παγωμένο γύρω στα 1315. Οι τοιχογραφίες διατηρούνται σε πολύ καλή κατάσταση μέχρι σήμερα και η εκκλησία έχει θεωρηθεί αρχαιολογικός χώρος. Το φέουδο του Αλίκαμπου κατά τη βυζαντινή περίοδο, που διάρκεσε από το 961 μέχρι το 1204, ήταν πλουσιότατο. Είχε μεγάλη κτηνοτροφία, πτηνοτροφία, μελισσοκομία, σιτοπαραγωγή, λάδι και άλλα προϊόντα. Όταν το 1204 ΟΙ Φράγκοι κατέλαβαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία έδωσαν την Κρήτη ως μερίδιο στο μαρκήσιο Μομφερατικό, ο οποίος την πούλησε στους Βενετούς. Η Βενετία, θέλοντας να υποτάξει καθ’ ολοκληρία τον κρητικό λαό συγκέντρωσε 3.000 στρατιώτες κάτω απ’ τη διοίκηση του στρατηγού Λουκίνου Δελφέρμη και στις 7 Απριλίου του 1528 άρχισε η απόβαση στην Αλμυρίδα Αποκορώνου. Οι Βενετοί έκαναν την απόβαση χωρίς να πάρουν μέτρα ασφαλείας. Έτσι οι Αποκορωνιώτες περπατώντας όλη τη νύκτα έφθασαν στο στενό Αλμυρού και έπιασαν τα επίκαιρα σημεία. Οι Βενετοί αιφνιδιάστηκαν και κινδύνεψε να αιχμαλωτιστεί ο ίδιος ο στρατηγός τους Δελφέρμης.  Η Βενετία πληροφορήθηκε την καταστροφή του στρατού της μετά από 40 μέρες και ξέσπασε η εκδικητική της μανία στους Αλικαμπιώτες, όταν αυτοί ξεσηκώθηκαν στις 19 Απριλίου του 1528. Στον Αλίκαμπο, ύστερα από 160 χρόνια δουλείας, για πρώτη φορά κτύπησαν τα σήμαντρα των εκκλησιών στις 23 Απριλίου του 1528, ο πρωτόπαπας της κωμόπολης λειτούργησε, προσκύνησαν ένας - ένας την Αγία Εικόνα της Θεομήτορος και έδωσαν όρκο τιμής και λευτεριάς. Στο ξεσήκωμα του Αλίκαμπου πήρε μέρος και ο καθολικός επίσκοπος Πέτρος Ιένος. Αυτός, προσποιούμενος ότι δήθεν προσχώρησε στους Αλικαμπιώτες, πληροφορούνταν τα μυστικά και τις ενέργειές τους, τα οποία κατέδιδε στο φίλο του Εβραίο Σαμουήλ Μαυρογόνατο, και αυτός με τη σειρά του ανέφερε τα πάντα στη Βενετία. Ο σκοπός της πράξης αυτής του Εβραίου ήταν η εκδίκησή του κατά των Αλικαμπιωτών, επειδή ένα ωραίο παλικάρι από αυτούς πήρε μιαν ανιψιά του για γυναίκα του και την υποχρέωσε να αλλαξοπιστήσει. Αυτός ο ίδιος ο Εβραίος υπέδειξε στη Βενετία έναν κωμικό φόρο, που ήταν να στέλνουν οι Αλικαμπιώτες αντί για φόρο κότες. Οι Αλικαμπιώτες αντιπρότειναν να στέλνουν αυγά, πράγμα το οποίο δεν έγινε δεκτό εκ μέρους της Βενετίας, ύστερα από προτροπή του Εβραίου Σαμουήλ Μαυρογονάτου. Η Βενετία συγκέντρωσε τότε στρατό από 16.000 διαλεχτούς με αρχηγό το Δελφέρμη ή Δελβέρμες στο Νίππος του Αποκορώνου. Την νύκτα της 14ης Μαΐου 1528 κύκλωσε αιφνίδια την κωμόπολη του Αλίκαμπου, συνέλαβε τους προεστούς και ιερείς και διέταξε γενική σφαγή των κατοίκων. Τους μεν προεστούς θανάτωσε αμέσως, τους δε ιερείς έδεσε, μετά τους αποκεφάλισε και έστειλε τα κεφάλια τους στην Βενετία. Αποτρόπαιο δείγμα εγκληματικής συμπεριφοράς, μα και λαμπρό δείγμα για το Δελφέρμη η καταστροφή του Αλίκαμπου. Ο Δελφέρμης στη συνέχεια διατάσσει να κάψουν όλα τα σώματα, επειδή είχε πέσει πανώλη (πανούκλα) την εποχή εκείνη στην Κρήτη. Ο Αλίκαμπος είχε τότε πληθυσμό 850 οικογένειες. Παραμένει μέχρι σήμερα άγνωστο πώς κατάφεραν να διασωθούν στις Αλικαμπιώτικες μαδάρες μόνο 5 οικογένειες απ’ αυτές. Ο Δούκας Ιάκωβος Κορνάρος με νόμο είχε τότε απαγορεύσει τον οικισμό του Αλίκαμπου στον τόπο, που ήταν τότε. Η κωμόπολη Αλίκαμπος αποτελούνταν τότε από τους συνοικισμούς Λιοπυρά, Στίχι, Καρυές, Κοτσυφιανά και Ελληνικά. Διασώζονται και μέχρι σήμερα σημάδια για την ύπαρξη της κωμόπολης στο μέρος αυτό. Μετά από χρόνια και με τις ενέργειες του Αρχιμανδρίτη Αντωνίοu, από τον Αλίκαμπο, σπουδαστή της Σχολής της Χάλκης, Οι κάτοικοι του χωριού, όσοι διασώθηκαν, περίπου 100 άτομα, που οι περισσότεροι ανήκαν στην οικογένεια Κόντοι, έκαναν αίτηση στις 15 Ιουλίου 1536 προς το Συμβούλιο των Δέκα στη Βενετία να επιτραπεί η επάνοδός τους στο χωριό. Την αίτηση υπόγραψαν 100 Κόντοι με διάφορα παρανόμια, Π.χ. Λούπος, Κατσούλης, Μελιτζάνης, Βάρδας, Κοτόπουλος, Ψαρός, Παλούκης, Τζιτζίκης, Φαέλος, Μπούκης, Κουράτορας, Χειρονόμος κλπ. Επετράπη να χτιστεί οικισμός του Αλίκαμπου, εκεί που είναι σήμερα, αλλά με τον όρο να μην είναι μεγάλες οι γειτονιές και με έναν υπεύθυνο αρχηγό. Έτσι δημιουργήθηκαν οι συνοικισμοί Κάτω-Ρούγα, Πίσω-Ρούγα, Πέρα-Ρούγα, Μετόχια, Ασπροσυκιά, Φονές, Χάμπαθα, Μάζα και Φιλίπποι. Μ’ αυτήν την ονομασία υπάρχουν και σήμερα. Αξίζει να σημειωθεί ότι αρχικά ο Κορνήλιος αποφάσισε τη δήμευση του χωριού Αλίκαμπος υπέρ του Δημοσίου την 6η Απριλίου 1528. Με διαταγή των Δέκα, το 1536, έγινε προσπάθεια να πουληθεί ο Αλίκαμπος και είχε εκτιμηθεί 9.000 πέρπυρα (αργυρά ενετικά νομίσματα), αλλά επειδή πολλά σπίτια χάλασαν , η τιμή του έπεσε στα 5.000 υπέρπυρα. Συχνά, όμως, νοικιαζόταν με 800 πέρπυρα, αλλά οι εξόριστοι, που γύρισαν σκότωσαν όσους ήθελαν να εγκατασταθούν και έτσι ούτε πουλήθηκε, ούτε νοικιάστηκε από κανέναν. Οι Αλικαμπιώτες με τα χρόνια πολλαπλασιάστηκαν και ζούσαν πάλι ανυπότακτοι και ταραχοποιοί. Ο Αρχιμανδρίτης Αντώνιος συνελήφθη αργότερα λόγω της εθνικής του δράσης και τον έκαψαν ζωντανό οι Βενετοί στον τόπο, όπου είναι σήμερα ο ναός του Αγίου Αντωνίου. Οι Αλlκαμπιώτες στη μνήμη του Εθνομάρτυρα έκτισαν τον ναό. Στα χρόνια αυτά θυσιάστηκαν για την ελευθερία 850 Αλικαμπιώτικες οικογένειες. Σημάδι βενετικής κυριαρχίας είναι ένα φρούριο κτισμένο από τους Ενετούς στη θέση Αρχοντικό. Οι κάτοικοι της περιοχής διηγούνται κάποιο θρύλο σχετικά με το φρούριο αυτό. Ο Θρύλος λέει πως εκεί μέσα βρίσκεται κρυμμένο ένα κιούπι με λίρες, που φωσφορίζει από τις 20 lανουαρίου ως τις 20 Φεβρουαρίου, όταν υπάρχει αστροφεγγιά. Το θησαυρό φυλάγει κάποιος Αράπης, όποιος δει και τολμήσει να πλησιάσει, ο φωσφορισμός χάνεται. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ο Αλίκαμπος κατοικούνταν από Χριστιανούς οι οποίοι, εξαιτίας της πανσπερμίας τους, είχαν ιδιάζουσα προφορά. Ο Αλίκαμπος ήταν καταφύγιο ανυπότακτων αρματολών και κλεφτών και κέντρο επαναστατικής δράσης. Το Μάρτιο του 1824, ο Τσουδερός απέτυχε να σταματήσει τους προελαύνοντες, από τον Αλίκαμπο προς τον Αποκόρωνα, Αιγυπτίους του Χουσείν. Το 1886 έγιναν κοντά στο χωριό σφοδρές μάχες μεταξύ των Κρητικών και των Τούρκων, που είχαν αρχηγό το Μουσταφά Πασά. Η σπουδαιότερη μάχη έγινε στις 11 Δεκεμβρίου1887. Το 1896, προκειμένου να τονωθεί το θρησκευτικό και πατριωτικό αίσθημα των κατοίκων του χωριού, ήρθε η Μεταπολιτευτική Επιτροπή στις 4 Νοεμβρίου 1896 και βάφτισε δυο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Κατά τη διάρκεια του γλεντιού, που ακολούθησε, τούρκικος στρατός από το Βάμο και άλλος από το Ρέθυμνο περικύκλωσαν τον Αλίκαμπο με σκοπό να συλλάβουν την επιτροπή. Γενικός γραμματέας της Επιτροπής ήταν ο Αλικαμπιώτης Ιωσήφ Λεκανίδης. Η Επιτροπή είχε προνοήσει και τοποθέτησε σώμα 10 ανδρών ως φυλάκιο, οι οποίοι έδωσαν μάχη με τους Τούρκους και σκότωσαν τον αρχηγό τους. Με τους πυροβολισμούς, που ανταλλάχθηκαν, ειδοποιήθηκε η Επιτροπή και έφυγε από τον Αλίκαμπο. Όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν, τελικά, τον Αλίκαμπο, η εκδικητική μανία τους ξέσπασε σε τέσσερις κατοίκους, τους πρώτους που βρήκαν μπροστά τους. Τον ένα μάλιστα τον έκαψαν ζωντανό. Ετοιμάστηκαν να παραδώσουν στις φλόγες το χωριό, αλλά η απόφασή τους ματαιώθηκε επειδή ειδοποιήθηκαν ότι οι Λιτσαρδιανοί κτύπησαν το Βάμο και φοβούμενοι μήπως κακοποιήσουν τα γυναικόπαιδα των Τούρκων που ήταν ανυπεράσπιστα, έφυγαν εσπευσμένα και έτσι γλίτωσε ο Αλίκαμπος την καταστροφή. Στα ερείπια παλιού μοναστηριού χαλασμένου από τους Σαρακηνούς έχει κτιστεί μια εκκλησία αφιερωμένη στους Αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη, πήρε δε αυτήν την ονομασία από το μοναστήρι, που ήταν αφιερωμένο στους δυο Αγίους. Σώζονται μέχρι σήμερα τα ερείπια του μοναστηριού. Eίναι εκκλησία βυζαντινού ρυθμού που χρονολογείται γύρω στα 1000 μ.Χ., άλλη εκκλησία στο χωριό Αλίκαμπος είναι ο Ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου, αγιογραφημένη από το ζωγράφο Ιωάννη Παγωμένο το 1315 περίπου. Υπάρχουν πολλές τοιχογραφίες καλά διατηρημένες μεταξύ των οποίων η Ανάληψη, ο Ευαγγελισμός, Οι τρεις Ιεράρχες, τα Εισόδια, η Υπαπαντή, η Προδοσία, η Σταύρωση, η Έγερση του Λαζάρου κα. Στο δυτικό τοίχο είναι σχεδιασμένες οι μορφές των κτητόρων. Τελευταία βρέθηκαν διάφορα αντικείμενα προμινωικής προέλευσης από την αρχαιολογία.